Η απώλεια ενός παιδιού σε τροχαία σύγκρουση είναι μια τραγωδία που καμία οικογένεια δεν πρέπει να βιώσει. Δυστυχώς, περισσότερα από 15 παιδιά και νέοι (ηλικίας 0-17 ετών) σκοτώνονται σε δρόμους στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατά μέσο όρο κάθε εβδομάδα και πάνω από 11.000 έχουν αφήσει την τελευταία τους πνοή την τελευταία δεκαετία, σύμφωνα με μια νέα έκθεση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ασφάλειας Μεταφορών (ETSC).

Τα δεδομένα δείχνουν ότι ενώ, η οδική ασφάλεια έχει βελτιωθεί την τελευταία δεκαετία για αυτήν την ηλικιακή ομάδα, η ασφάλεια των παιδιών και των νέων διαφέρει πολύ μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών. Το ποσοστό θνησιμότητας των ατόμων κάτω των 18 ετών είναι επτά φορές υψηλότερο στη Βουλγαρία από ό,τι στη Νορβηγία.

Παρά τις βελτιώσεις, 809 παιδιά και νέοι σκοτώθηκαν στο δρόμο μόνο το 2020. Οι μισοί από αυτούς που σκοτώθηκαν στο δρόμο ήταν νέοι ηλικίας 15, 16 και 17 ετών. Ένας στους πέντε θανάτους μεταξύ 17χρονων, είναι αποτέλεσμα σύγκρουσης στο δρόμο.

Οι περισσότεροι νέοι σκοτώνονται σε συγκρούσεις με ένα όχημα, αντιπροσωπεύοντας το 42% των θανάτων από τροχαία ατυχήματα σε αυτήν την ηλικιακή ομάδα. Οι περισσότεροι θάνατοι αφορούν νεαρά άτομα που ταξιδεύουν με αυτοκίνητα. Όμως το ένα τρίτο των νέων και κυρίως αγοριών σκοτώνονται ως αναβάτες ή επιβάτες μοτοσικλετών, μοτοποδηλάτων και σκούτερ.

Η βελτιωμένη γνώση του τρόπου με τον οποίο σκοτώνονται παιδιά και νέοι στην κυκλοφορία μπορεί να βοηθήσει στην ανάπτυξη στοχευμένων παρεμβάσεων, όπως κατάλληλες πολιτικές κατάρτισης και εκπαίδευσης.

Η έκθεση υπογραμμίζει ότι η κυκλοφοριακή αγωγή στην Ευρώπη, αν και είναι ευρέως διαδεδομένη σε επίπεδο δημοτικού σχολείου, υποχωρεί όταν τα παιδιά και οι νέοι μεταβαίνουν στη δευτεροβάθμια και περαιτέρω εκπαίδευση σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Αυτή η μετατόπιση συμβαίνει ακριβώς τη στιγμή που τα παιδιά αρχίζουν να κυκλοφορούν ανεξάρτητα και να αποκτούν πρόσβαση σε μηχανοκίνητα οχήματα. Επίσης η τροχαία θνησιμότητα παιδιών και νέων είναι κυρίως ανδρικό πρόβλημα, καθώς τα αγόρια ευθύνονται για τα δύο τρίτα (66%) των θανάτων από τροχαία ατυχήματα κάτω των 18 ετών. Αυτός ο διαχωρισμός φύλου αυξάνεται με την ηλικία, με τα αγόρια να αντιπροσωπεύουν το 77% των θανάτων από τροχαία ατυχήματα μεταξύ των 17χρονων.

Γίνονται συνεχώς συστάσεις σχετικά με το τι μπορεί να γίνει σε επίπεδο ΕΕ, εθνικό, τοπικό και σχολικό επίπεδο για τη βελτίωση της παροχής και της ποιότητας της εκπαίδευσης για την οδική ασφάλεια και την κινητικότητα και λειτουργεί ως συμπλήρωμα της προηγούμενης έρευνας του ETSC και άλλων για τη βελτίωση των οχημάτων, των υποδομών, της επιβολής του νόμου και άλλες βασικές πτυχές της προσέγγισης του «ασφαλούς συστήματος» για την οδική ασφάλεια.

Τα παιδιά και οι έφηβοι κινδυνεύουν περισσότερο στους δρόμους καθώς κατά τη διάρκεια της οδήγησης είναι παρορμητικά, ενώ στις μικρότερες ηλικίες είναι λιγότερο ορατά στους άλλους χρήστες του δρόμου λόγω του μικρού τους αναστήματος, με αποτέλεσμα να αυξάνεται το ποσοστό των παρασύρσεων. Επίσης, αγνοούν τους κινδύνους και γίνονται αθώα θύματα ενώ οι γονείς θα πρέπει να δείχνουν την ανάλογη παιδεία κατά την διάρκεια της οδήγησης, παίρνοντας όλα εκείνα τα μέτρα (παιδικά καθίσματα, ζώνες κ.α.) προκειμένου να αυξήσουν τα επίπεδα ασφαλείας.

Με πληροφορίες από etsc.eu