Ένας Ορθόδοξος ιερέας από το Ναύπλιο βρίσκεται ξαφνικά στο επίκεντρο της διεθνούς μουσικής συζήτησης. Ο π. Διονύσιος Ταμπάκης, εφημέριος στον Ιερό Ναό Γενεσίου της Θεοτόκου (Παναγίτσα), έχει προκαλέσει αίσθηση με το πρώτο του μουσικό άλμπουμ «Paradise Metal», ένα εγχείρημα που κινείται ανάμεσα στη βυζαντινή μουσική παράδοση και τη heavy metal αισθητική.

Παρότι η εικόνα ενός 53χρονου ιερέα με ηλεκτρική κιθάρα ξαφνιάζει, ο ίδιος επιμένει πως δεν πρόκειται για προσπάθεια εντυπωσιασμού, αλλά για προσωπική ανάγκη έκφρασης.

Το «Paradise Metal» και η απρόσμενη απήχηση

Το άλμπουμ δεν έμεινε για πολύ σε τοπικό επίπεδο. Από ενοριακή αναφορά, βρέθηκε να απασχολεί διεθνή μέσα ενημέρωσης, μεταξύ των οποίων και οι New York Times.

Εξαντλήθηκε σε πλατφόρμες όπως το Bandcamp και το Boomkat, ενώ μεγάλα μουσικά Μέσα που συνήθως κινούνται στους χώρους της avant-garde, του experimental και του underground rock, άρχισαν να ασχολούνται με το φαινόμενο. Το αποκορύφωμα ήρθε όταν το Pitchfork, ένα από τα σημαντικότερα μουσικά περιοδικά παγκοσμίως, αφιέρωσε εκτενή κριτική στο άλμπουμ, βαθμολογώντας το με 7,6 στα 10 και παρουσιάζοντάς το ως μία από τις πιο ιδιόρρυθμες και συγκινητικές μουσικές εκπλήξεις της χρονιάς.

Σε κριτικές για το έργο γίνεται λόγος για ένα ηχητικό μίγμα όπου η βυζαντινή μουσική δεν λειτουργεί ως αναφορά, αλλά ως βασική δομή πάνω στην οποία «χτίζεται» το σύγχρονο ηχητικό αποτέλεσμα.

Το άλμπουμ, όπως περιγράφεται, κινείται σε έναν χώρο όπου η ορθόδοξη ψαλτική, η ηλεκτρική κιθάρα, τα παραδοσιακά όργανα και ambient επιρροές συνυπάρχουν σε ένα ενιαίο μουσικό περιβάλλον.

Ο ίδιος ο δημιουργός

Ο π. Διονύσιος γεννήθηκε το 1972 στον Πειραιά και έχει μικρασιατική καταγωγή. Σπούδασε σε ιερατική σχολή και στη Σχολή Βυζαντινής Μουσικής της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς, ενώ υπηρετεί επί σχεδόν τρεις δεκαετίες στην εκκλησιαστική ζωή του Ναυπλίου.

Μεγάλωσε σε ένα βαθιά θρησκευόμενο περιβάλλον και ήδη από τα μαθητικά του χρόνια είχε αποφασίσει ότι θα ακολουθούσε τον δρόμο της Εκκλησίας. Σπούδασε σε ιερατική σχολή και στη συνέχεια εντάχθηκε στον ναό της Παναγίας στο Ναύπλιο, όπου παραμένει μέχρι σήμερα. Η μουσική, αποτελούσε πάντοτε αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του. Το 2012 δημιούργησε ένα κανάλι στο YouTube, μέσα από το οποίο άρχισε να μοιράζεται τις μουσικές του αναζητήσεις. Εκεί ανέβαζε βίντεο με αυτοσχεδιασμούς στην κιθάρα του, βυζαντινούς ύμνους, αλλά και απρόσμενους συνδυασμούς ειδών, όπως απαγγελία ψαλμών πάνω σε hip-hop ρυθμούς. Μέσα από αυτή την ψηφιακή παρουσία τον ανακάλυψε ο Νικόλας Ραφαήλ, ιδρυτής της δισκογραφικής Elhellhel. Οι εξελίξεις ήταν ταχύτατες. Μέσα σε δύο εβδομάδες από την πρώτη επικοινωνία τους μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ο Ραφαήλ είχε ήδη επιλέξει ηχογραφήσεις από το YouTube και τις είχε στείλει για παραγωγή σε κασέτα.

Πίσω από τη ράσο και την ιερατική διακονία, η μουσική υπήρχε πάντα στη ζωή του. Από παιδί ασχολήθηκε με όργανα, ξεκινώντας από φυσαρμόνικα και κιθάρα, ενώ η ενασχόληση εξελίχθηκε σε πιο σύνθετες μουσικές αναζητήσεις.

Η γέννηση μιας ιδέας

Η δημιουργία του «Paradise Metal» δεν ήταν ένα προγραμματισμένο project, αλλά μια σταδιακή εξέλιξη μέσα από την προσωπική του σχέση με τη μουσική.

Πώς προέκυψε το «Paradise Metal»

Ο ίδιος απαντά πως όλα ξεκινούν από την ανάγκη να βλέπει κανείς τα πράγματα με καλούς και θετικούς λογισμούς. Όπως σημειώνει, η metal μουσική έχει συχνά παρεξηγηθεί από ανθρώπους της Εκκλησίας, κάτι που –όπως λέει– σε έναν βαθμό είναι κατανοητό, καθώς ορισμένα συγκροτήματα εξυμνούν το σκοτάδι και τον διάβολο.

Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου, όπως αναφέρει, στο εξωτερικό αναδείχθηκαν και άλλα ρεύματα της metal σκηνής, όπως το χριστιανικό ή το light metal, τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με τέτοιου είδους θεματολογία.

Ο ίδιος προχωρά και ένα βήμα παραπέρα, δίνοντας μια δική του ερμηνεία ακόμη και στο ίδιο το όργανο. Όπως λέει, το σχήμα της ηλεκτρικής κιθάρας που συχνά παρομοιάζεται με «κέρατα», εκείνος το συνδέει με το «κέρας του Μόσχου» που αναφέρεται στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο. Για τον ίδιο, το σύμβολο αυτό σχετίζεται με τη θυσία και την ιεροσύνη, καθώς η αφήγηση του Λουκά ξεκινά μέσα στον Ναό, στον χώρο των θυσιών, με έμφαση στο λυτρωτικό έργο.

«Τι υπέροχο θα ήταν», σημειώνει, «να ξεπεραστούν οι εκατέρωθεν προκαταλήψεις με όπλο τον καλό λογισμό. Έτσι, οι μεταλλάδες θα μπορούσαν να αγαπήσουν τη βυζαντινή μουσική –η οποία, λόγω του βαριού και στιβαρού της χαρακτήρα, αποτελεί μια μορφή “θεϊκού μέταλ”– και οι άνθρωποι της Εκκλησίας να εκτιμήσουν την ηλεκτρική κιθάρα, που ο ήχος της πλησιάζει τόσο πολύ την ανθρώπινη φωνή».

Όπως τονίζει, μέσα από μια τέτοια προσέγγιση, η συνάντηση ακόμη και τόσο φαινομενικά αντίθετων κόσμων δεν θα φάνταζε πλέον αδύνατη.

Οι αντιδράσεις και η Εκκλησία

Για την εκκλησιαστική ιεραρχία, ο π. Διονύσιος σημειώνει πως δεν υπήρξαν αντιδράσεις που να εμποδίζουν την προσπάθειά του. Αντιθέτως, κάνει λόγο για ένα περιβάλλον κατανόησης και στήριξης, ιδιαίτερα από τη Μητρόπολη Αργολίδας.

Ωστόσο, αναγνωρίζει ότι σε πιο παραδοσιακούς κύκλους υπάρχει επιφύλαξη απέναντι στο εγχείρημα, κυρίως λόγω της έντασης και της αισθητικής της metal μουσικής.

Η φιλοσοφία του έργου

Κεντρική ιδέα του «Paradise Metal» είναι η συνύπαρξη αντιθέσεων. Ο ίδιος μιλά για μια μουσική που επιχειρεί να «ανεβάσει τη γη προς τον ουρανό» και όχι να προσαρμόσει την πίστη στους κανόνες της βιομηχανίας.

Τονίζει ότι η τέχνη δεν πρέπει να εργαλειοποιείται, αλλά να παραμένει αυθεντική έκφραση.

Ο π. Διονύσιος Ταμπάκης, στο Μουσείο Μελισσοκομικής Τέχνης «Άξιον Εστί» Άργους

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Μουσικής, το Μουσείο Μελισσοκομικής Τέχνης «Άξιον Εστί» διοργάνωσε εχθές, Κυριακή 21 Ιουνίου μία εκδήλωση που υπερβαίνει τα όρια του παραδοσιακού, προτείνοντας μια «ζωντανή» συνομιλία μεταξύ της βυζαντινής παράδοσης και του σύγχρονου ηχοχρώματος της metal μουσικής.

Στο πρόγραμμα της βραδιάς, η μουσική ροή κινήθηκε σε ένα συνεχές πάντρεμα ήχων και παραδόσεων, δημιουργώντας μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα «χαρμολύπης», όπου το βυζαντινό μέλος συναντά τον σύγχρονο πειραματισμό.

Η ένταση της ηλεκτρικής κιθάρας εναλλασσόταν με ψαλτικούς ύμνους, ενώ τα παραδοσιακά όργανα πρόσθεταν ένα ηχόχρωμα που παρέπεμπε σε ανατολίτικες μουσικές ρίζες, ενισχύοντας τον διαπολιτισμικό χαρακτήρα της παράστασης.

Στην εκδήλωση συμμετείχαν ο ίδιος ο π. Διονύσιος Ταμπάκης στην καλλιτεχνική επιμέλεια, την ερμηνεία και την ηλεκτρική κιθάρα, αλλά και στο πέρσικο νέυ, ο Γεώργιος Καραμούντζος στο ούτι και το τραγούδι, καθώς και ο Βυζαντινός Χορός «Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους», με τη συμμετοχή ενηλίκων και παιδικού τμήματος υπό τη διεύθυνση του Ιωάννη Χαβιαρλή.

Ο συνδυασμός φωνών, παραδοσιακών οργάνων και ηλεκτρικού ήχου δημιούργησε ένα πολυεπίπεδο μουσικό αποτέλεσμα, στο οποίο η παράδοση δεν αντιμετωπίστηκε ως στατικό στοιχείο αλλά ως ζωντανός οργανισμός που συνομιλεί με το σήμερα.

Την εκδήλωση παρακολούθησε και ο Μητροπολίτης Αργολίδας Νεκτάριος, δίνοντας έναν ακόμη συμβολικό τόνο στη συνάντηση της εκκλησιαστικής παράδοσης με την καλλιτεχνική δημιουργία. Η παρουσία του προσέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στη βραδιά, η οποία κινήθηκε ανάμεσα στην πνευματικότητα και τον καλλιτεχνικό πειραματισμό.

Σύμφωνα με τους διοργανωτές, το εγχείρημα δεν είχε στόχο την πρόκληση, αλλά την ανάδειξη της δυνατότητας συνύπαρξης διαφορετικών μουσικών «κόσμων», μέσα από έναν κοινό τόπο έκφρασης που βασίζεται στον σεβασμό της παράδοσης και την αναζήτηση νέων ηχητικών δρόμων.

Δείτε βίντεο:

Με πληροφορίες από protagon.gr-argolikeseidhseis.gr-iefimerida.gr

Tags :