Υπάρχουν προβλήματα που δεν κάνουν θόρυβο, δεν προκαλούν έκτακτες ειδήσεις κάθε μέρα και δεν φαίνονται πάντα μπροστά στα μάτια μας. Προχωρούν όμως αργά και σταθερά, μέχρι που κάποια στιγμή οι συνέπειές τους γίνονται σχεδόν αδύνατο να αντιμετωπιστούν.
Ένα από αυτά είναι το δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας.
Η νέα έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με τίτλο Ageing Report 2027, έρχεται να επιβεβαιώσει με αριθμούς αυτό που ήδη βλέπουμε στην καθημερινότητά μας. Η Ελλάδα μικραίνει πληθυσμιακά, γερνάει και δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να ανανεώσει τον πληθυσμό της.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις της έκθεσης, η χώρα μας από περίπου 10,4 εκατομμύρια κατοίκους το 2025 αναμένεται να φτάσει μόλις τα 7,6 εκατομμύρια το 2080. Μιλάμε για 2,8 εκατομμύρια λιγότερους ανθρώπους μέσα στις επόμενες δεκαετίες. Σχεδόν ένας στους τέσσερις σημερινούς κατοίκους θα έχει χαθεί από τον πληθυσμιακό χάρτη της χώρας.
Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι η μείωση δεν προβλέπεται να σταματήσει σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο.
Πόσοι θα είμαστε τις επόμενες δεκαετίες;
Οι εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποτυπώνουν μια σταθερή και συνεχή υποχώρηση του πληθυσμού:
- 2025: 10,4 εκατομμύρια κάτοικοι.
- 2030: 10,2 εκατομμύρια.
- 2040: 9,7 εκατομμύρια.
- 2050: 9,2 εκατομμύρια.
- 2060: 8,6 εκατομμύρια.
- 2070: 8 εκατομμύρια.
- 2080: 7,6 εκατομμύρια.
Δεν πρόκειται απλώς για μια στατιστική πρόβλεψη. Πίσω από κάθε αριθμό βρίσκονται άνθρωποι, οικογένειες, παιδιά που δεν θα γεννηθούν, νέοι που θα φύγουν και ολόκληρες κοινότητες που κινδυνεύουν να χάσουν τη ζωντάνια τους.
Περισσότεροι ηλικιωμένοι, λιγότερα παιδιά
Η έκθεση δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο η μείωση του συνολικού πληθυσμού. Είναι και η μεγάλη αλλαγή στην ηλικιακή σύνθεσή του.
Οι άνθρωποι άνω των 65 ετών θα αποτελούν ολοένα μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας, ενώ ιδιαίτερα έντονη αναμένεται να είναι η αύξηση των ανθρώπων άνω των 80 ετών. Δηλαδή, η Ελλάδα θα έχει λιγότερους νέους και περισσότερους ηλικιωμένους.
Αυτό σημαίνει μεγαλύτερες ανάγκες για γιατρούς, νοσηλευτές, νοσοκομεία, φροντίδα στο σπίτι και κοινωνικές υπηρεσίες. Ταυτόχρονα, θα υπάρχουν λιγότεροι άνθρωποι σε ηλικία εργασίας για να παράγουν εισόδημα, να πληρώνουν εισφορές και να στηρίζουν το ασφαλιστικό σύστημα.
Το ερώτημα είναι ποιος θα εργάζεται, ποιος θα πληρώνει εισφορές και ποιος θα φροντίζει τους ολοένα περισσότερους ηλικιωμένους;
Γιατί δεν γεννιούνται παιδιά;
Ένα από τα στοιχεία της έκθεσης είναι ότι ο μέσος αριθμός παιδιών ανά γυναίκα στην Ελλάδα προβλέπεται να αυξηθεί από περίπου 1,2 σε 1,45 έως το 2080. Ακόμη και αυτή η αύξηση, όμως, δεν αρκεί. Για να διατηρείται ένας πληθυσμός σταθερός χωρίς να υπολογίζεται η μετανάστευση, χρειάζονται περίπου 2,1 παιδιά ανά γυναίκα. Η Ελλάδα παραμένει πολύ μακριά από αυτό το επίπεδο.
Αλλά εδώ χρειάζεται να δούμε και την πραγματική κοινωνική διάσταση του προβλήματος. Δεν είναι ότι οι νέοι άνθρωποι απλώς δεν θέλουν να κάνουν οικογένεια. Πολλοί δεν μπορούν να την κάνουν όπως θα ήθελαν.
Πώς να αποφασίσει ένα νέο ζευγάρι να αποκτήσει δύο ή τρία παιδιά όταν δυσκολεύεται να πληρώσει το ενοίκιο; Όταν η εργασία είναι συχνά επισφαλής, οι μισθοί δεν επαρκούν, η κατοικία έχει γίνει δυσβάσταχτη και η δημιουργία οικογένειας απαιτεί οικονομικές αντοχές που όλο και λιγότεροι διαθέτουν; Πώς να μεγαλώσει μια οικογένεια όταν οι γονείς δουλεύουν πολλές ώρες, οι παππούδες και οι γιαγιάδες δεν είναι πάντα διαθέσιμοι και η φύλαξη των παιδιών κοστίζει;
Το δημογραφικό, επομένως, δεν είναι μόνο ζήτημα υπογεννητικότητας. Είναι και ζήτημα οικονομικής ανασφάλειας, εργασιακών συνθηκών, στέγασης, κοινωνικής προστασίας και ποιότητας ζωής.
Η Ελλάδα των άδειων χωριών και των κλειστών σχολείων
Η εικόνα αυτή γίνεται ακόμη πιο σκληρή στην ελληνική περιφέρεια. Σε πολλά χωριά, ιδιαίτερα στην ορεινή και απομακρυσμένη Ελλάδα, τα παιδιά λιγοστεύουν, τα σχολεία συγχωνεύονται ή κλείνουν και τα σπίτια μένουν χωρίς κατοίκους. Καφενεία που κάποτε γέμιζαν από κόσμο λειτουργούν με ελάχιστους θαμώνες. Καλλιέργειες εγκαταλείπονται επειδή δεν υπάρχουν νέοι άνθρωποι να συνεχίσουν τη δουλειά των προηγούμενων γενεών. Η καθημερινότητα γίνεται δυσκολότερη για τους ηλικιωμένους που παραμένουν στον τόπο τους.
Η αποδυνάμωση της υπαίθρου, η φυγή νέων προς τα μεγάλα αστικά κέντρα, η δυσκολία εύρεσης σταθερής εργασίας και η έλλειψη βασικών υπηρεσιών δημιουργούν έναν φαύλο κύκλο. Όσο λιγοστεύουν οι κάτοικοι, τόσο δυσκολότερο γίνεται να διατηρηθούν σχολεία, υπηρεσίες και δραστηριότητες. Και όσο αυτά υποχωρούν, τόσο περισσότεροι νέοι αναγκάζονται να φύγουν.
Έτσι, δεν χάνεται μόνο πληθυσμός. Χάνεται παραγωγή, κοινωνική ζωή, τοπική οικονομία και ένα κομμάτι της ταυτότητας κάθε τόπου.
Το δημογραφικό δεν λύνεται με ευχές και επιδόματα
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη πολιτική και κοινωνική αντίφαση. Εδώ και χρόνια ακούμε για την ανάγκη να αυξηθούν οι γεννήσεις. Ανακοινώνονται επιδόματα, προγράμματα και μέτρα στήριξης των οικογενειών.
Όμως το ερώτημα παραμένει, αρκεί ένα επίδομα για να πείσει ένα νέο ζευγάρι να αποκτήσει παιδί; Η απάντηση είναι προφανώς όχι.
Χρειάζονται σταθερές και αξιοπρεπείς δουλειές, προσιτή κατοικία, πραγματική στήριξη των εργαζόμενων γονέων, δημόσιοι παιδικοί σταθμοί, σχολεία που δεν θα εγκαταλείπονται στην περιφέρεια, πρόσβαση σε γιατρούς και υπηρεσίες υγείας και ουσιαστική προστασία της μητρότητας και της πατρότητας.
Χρειάζεται επίσης να μπορεί ένας νέος άνθρωπος να μείνει στον τόπο του χωρίς να αισθάνεται ότι καταδικάζεται σε λιγότερες ευκαιρίες.
Δεν γίνεται από τη μία πλευρά η κοινωνία να ζητά από τους νέους να κάνουν παιδιά και από την άλλη να τους αφήνει να παλεύουν μόνοι τους για τα στοιχειώδη.
Μια χώρα που κινδυνεύει να μην έχει ποιος να τη συνεχίσει
Η δημογραφική κρίση δεν είναι ένα πρόβλημα που αφορά μόνο τους σημερινούς ηλικιωμένους ή τις οικογένειες με μικρά παιδιά. Αφορά όλους μας. Και αφορά κυρίως τις επόμενες γενιές, οι οποίες θα κληθούν να ζήσουν σε μια χώρα με λιγότερους εργαζόμενους, περισσότερες ανάγκες και πιθανότατα μεγαλύτερες πιέσεις στα δημόσια οικονομικά και στις κοινωνικές υπηρεσίες.
Μια χώρα δεν αδειάζει από τη μια μέρα στην άλλη. Αδειάζει όταν οι νέοι της δεν μπορούν να μείνουν, όταν οι οικογένειες δεν μπορούν να δημιουργηθούν και όταν οι κάτοικοί της χάνουν την ελπίδα ότι μπορούν να χτίσουν το μέλλον τους στον τόπο τους.




