Πίσω από την επιστροφή ενός σημαντικού πολιτιστικού χώρου της Κορίνθου βρίσκεται ένας πολυετής αγώνας. Η αρχαιολόγος και διευθύντρια Μαρία Μέξια μιλά για το νέο Μουσείο, ενώ οι συλλογές του ανοίγουν ένα παράθυρο στη ζωή των ανθρώπων από τον 19ο έως τον 20ό αιώνα.

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν βρίσκονται απαραίτητα στο προσκήνιο, αλλά αφήνουν το αποτύπωμά τους σε έργα που ανήκουν σε ολόκληρη την κοινωνία. Η επαναλειτουργία του Ιστορικού – Λαογραφικού Μουσείου Κορίνθου φέρνει στο προσκήνιο μία τέτοια διαδρομή. Εκείνη της Μαρίας Μέξια, αρχαιολόγου και διευθύντριας του Μουσείου.

Η επιστροφή του Μουσείου, έπειτα από έξι χρόνια που παρέμεινε κλειστό για το κοινό, δεν ήταν μια απλή υπόθεση ανακαίνισης. Πίσω από τις νέες αίθουσες, τις προθήκες και την επανέκθεση των συλλογών προηγήθηκαν δυσκολίες, αβεβαιότητα, προσπάθειες επανεκκίνησης και ένας μακρύς αγώνας για να μη χαθεί ένας σημαντικός πολιτιστικός χώρος της Κορίνθου.

Η διαδρομή της Μαρίας Μέξια και ο αγώνας για το Μουσείο

Η Μαρία Μέξια έχει σπουδάσει Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έχει πραγματοποιήσει μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Southampton, με αντικείμενο την ανάλυση αρχαίας κεραμικής και λίθου. Στο επαγγελματικό της έργο περιλαμβάνεται αρχαιολογική έρευνα, μελέτη ευρημάτων και συμμετοχή σε επιστημονικές εργασίες και συνέδρια.

Η σχέση της με το Ιστορικό – Λαογραφικό Μουσείο Κορίνθου δεν περιορίζεται στη διοικητική ευθύνη της διεύθυνσης. Ήδη από το 2008 είχε παρουσιάσει σε επιστημονικό συνέδριο εργασία με θέμα «Περιφερειακά Μουσεία και τοπικές κοινωνίες: Η περίπτωση του Ιστορικού – Λαογραφικού Μουσείου Κορίνθου». Ένα θέμα που δείχνει πόσο σημαντική θεωρεί τη σύνδεση ενός μουσείου με την κοινωνία στην οποία ανήκει.

Στη συνέντευξή της στο Patrisnews, λίγο πριν από τα εγκαίνια, η ίδια περιέγραψε το μέγεθος της αλλαγής. Όπως ανέφερε, ολοκληρώθηκαν οι εργασίες κτηριακής ανακαίνισης, οι προθήκες και οι κατασκευές που θα φιλοξενήσουν τα εκθέματα, ενώ η νέα έκθεση σχεδιάστηκε ώστε να παρουσιάζει συνολικά και με κατανοητό τρόπο την ιστορία της πόλης.

Μάλιστα, η ανανεωμένη έκθεση δεν περιορίζεται σε μια παράθεση αντικειμένων. Στόχος της είναι να αφηγηθεί την πορεία της Κορίνθου μέσα από δύο διαφορετικές οπτικές, την αγροτική ζωή που προηγήθηκε της δημιουργίας της νέας πόλης και την εξέλιξή της από το 1858 έως τα μέσα του 20ού αιώνα.

Η συγκινητική μαρτυρία του συζύγου της

Τη δική του πλευρά για τα χρόνια της προσπάθειας μοιράστηκε δημόσια ο σύζυγός της, Πέτρος Θωμαΐδης, με μια προσωπική ανάρτηση μετά τα εγκαίνια.

Περιέγραψε τις αγωνίες, τις δυσκολίες, τις ματαιώσεις και τις επανεκκινήσεις, αναφερόμενος στην περίοδο κατά την οποία το Μουσείο κινδύνευσε να κλείσει οριστικά, στην προσπάθεια να ξεπεραστεί το αδιέξοδο του Ιδρύματος και στον αγώνα για την ένταξη του έργου στο ΕΣΠΑ.

Για τη Μαρία Μέξια, όπως έγραψε, το Μουσείο έγινε μια υπόθεση που αντιμετώπισε με προσωπική αφοσίωση, «σαν να ήταν το τρίτο μας παιδί».

Η μαρτυρία αυτή φωτίζει μια πλευρά των πολιτιστικών έργων που συνήθως δεν φαίνεται στις φωτογραφίες των εγκαινίων, τις ατελείωτες ώρες προετοιμασίας, την ευθύνη, την αγωνία για την ολοκλήρωση και την επιμονή να παραδοθεί στην πόλη ένας χώρος που είχε κινδυνεύσει να χαθεί.

Οι φορεσιές που κουβαλούν ιστορίες από κάθε γωνιά του ελληνισμού

Και τώρα αρχίζει το πιο γοητευτικό ταξίδι για τον επισκέπτη.

Ανάμεσα στους σημαντικότερους θησαυρούς του Μουσείου βρίσκονται οι παραδοσιακές γυναικείες και ανδρικές ενδυμασίες. Δεν πρόκειται για μια συλλογή που περιορίζεται σε έναν τόπο ή σε μία εποχή. Οι φορεσιές προέρχονται από πολλές περιοχές της Ελλάδας, αλλά και από τη Βόρεια Ήπειρο, τη Μικρά Ασία και την Κύπρο.

Το υλικό της συλλογής καλύπτει μια μεγάλη ιστορική περίοδο, από τον 19ο έως και τον 20ό αιώνα. Κάθε ενδυμασία αποτελεί ένα μικρό τεκμήριο της ζωής των ανθρώπων που την έφτιαξαν, την φόρεσαν και τη διατήρησαν.

Αν σταθεί κανείς μπροστά σε μια παραδοσιακή φορεσιά, δεν βλέπει απλώς ένα παλιό ένδυμα. Βλέπει την ανάγκη να προστατευτεί το σώμα από το κρύο, την καθημερινή εργασία, τις γιορτές, τις κοινωνικές περιστάσεις, τις συνήθειες και την αισθητική μιας ολόκληρης κοινότητας.

Οι διαφορές ανάμεσα στις ενδυμασίες των περιοχών αποτυπώνουν τις τοπικές παραδόσεις, τις ιστορικές επιρροές, τα διαθέσιμα υλικά και τον τρόπο ζωής. Η φορεσιά δεν ήταν ίδια για όλες τις ώρες και όλες τις περιστάσεις. Άλλες ανάγκες είχε το καθημερινό ντύσιμο, άλλες η γιορτή και άλλες οι ιδιαίτερες στιγμές της ζωής.

Στη συλλογή του Μουσείου συνυπάρχουν επίσης υφαντά, κεντήματα και αντικείμενα παραδοσιακής χειροτεχνίας. Είναι η δουλειά των ανθρώπων που με υπομονή και δεξιοτεχνία δημιουργούσαν όσα χρειάζονταν για το σπίτι και την οικογένειά τους, συχνά με τεχνικές που περνούσαν από γενιά σε γενιά.

Από την Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα μέχρι τη Μικρά Ασία

Η γεωγραφική ποικιλία της συλλογής είναι από τα στοιχεία που κάνουν την επίσκεψη ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.

Στις ενδυματολογικές συλλογές περιλαμβάνονται παραδοσιακές φορεσιές από την Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα, τα νησιά του Αιγαίου, την Κρήτη και την Κύπρο, αλλά και από τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία, την Ήπειρο, τη Βόρεια Ήπειρο, τη Θράκη και τη Μικρά Ασία.

Έτσι, μέσα από τις προθήκες του Μουσείου, ο επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να γνωρίσει διαφορετικές εκδοχές της ελληνικής παραδοσιακής ενδυμασίας και να αντιληφθεί πόσο διαφορετικός, αλλά και πόσο πλούσιος, ήταν ο τρόπος ζωής από τόπο σε τόπο.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το γεγονός ότι το Μουσείο είχε αφιερώσει ήδη από το 1998 ειδική περιοδική έκθεση στη γυναικεία παραδοσιακή φορεσιά από το Τρίκερι Θεσσαλίας. Μια υπενθύμιση ότι οι φορεσιές δεν αποτελούν απλώς διακοσμητικά αντικείμενα, αλλά πεδίο ιστορικής και λαογραφικής μελέτης.

Ο αργαλειός, τα κεντήματα και η ζωή πριν από τη σύγχρονη εποχή

Το ταξίδι δεν σταματά στα ρούχα.

Στις συλλογές περιλαμβάνονται έργα υφαντικής, κεντητικής, αργυροχρυσοχοΐας, μεταλλοτεχνίας και ξυλογλυπτικής. Πρόκειται για τέχνες που κάποτε ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας και της οικονομικής ζωής των ανθρώπων.

Ο αργαλειός, για παράδειγμα, δεν ήταν απλώς ένα εργαλείο. Ήταν μέρος της ζωής του σπιτιού. Από τα χέρια των γυναικών δημιουργούνταν υφάσματα και χρηστικά αντικείμενα, ενώ τα κεντήματα έδιναν σε καθημερινά είδη μια ξεχωριστή αισθητική και συχνά συνδέονταν με οικογενειακές και κοινωνικές περιστάσεις.

Στο Μουσείο βρίσκονται ακόμη εργαλεία του αγροτικού και ποιμενικού βίου, αντικείμενα οικοσκευής, έργα νεοελληνικής ζωγραφικής, καθώς και τεκμήρια που βοηθούν τον επισκέπτη να κατανοήσει πώς εργάζονταν, πώς ζούσαν και πώς οργάνωναν την καθημερινότητά τους οι προηγούμενες γενιές.

Δεν είναι τυχαίο ότι η νέα μουσειακή αφήγηση επιχειρεί να συνδέσει την ιστορία της Κορίνθου με την αγροτική ζωή της περιοχής. Η πόλη δεν δημιουργήθηκε σε ένα κενό. Πίσω από τη σύγχρονη Κόρινθο υπήρχαν άνθρωποι, επαγγέλματα, καλλιέργειες, οικογένειες και καθημερινές συνήθειες που διαμόρφωσαν την ταυτότητά της.

Ένα Μουσείο πιο σύγχρονο και ανοιχτό σε όλους

Η αναβάθμιση δεν αφορά μόνο την εικόνα των εκθεμάτων. Όπως εξήγησε η Μαρία Μέξια, οι κτηριακές υποδομές εκσυγχρονίστηκαν ώστε το Μουσείο να είναι καθολικά προσβάσιμο και να μπορεί να προσφέρει σύγχρονες υπηρεσίες στους επισκέπτες.

Η νέα έκθεση σχεδιάστηκε με τρόπο που βοηθά το κοινό να παρακολουθήσει την ιστορία της Κορίνθου, ενώ η χρήση ψηφιακών και οπτικοακουστικών εφαρμογών εμπλουτίζει τη μουσειακή εμπειρία.

Παράλληλα, η διευθύντρια έχει αναφέρει ότι έχει ήδη χαραχθεί πολιτική για εκπαιδευτικές δράσεις προς τα σχολεία της ευρύτερης Πελοποννήσου, αλλά και για εκδηλώσεις που θα απευθύνονται στο ευρύ κοινό. Στόχος είναι να δημιουργηθούν συνεργασίες με ιδρύματα και φορείς της περιοχής, ώστε η ιστορία και ο πολιτισμός της Κορινθίας να αποκτήσουν ακόμη μεγαλύτερη προβολή.

Η ιστορία δεν βρίσκεται μόνο στα βιβλία

Το Ιστορικό – Λαογραφικό Μουσείο Κορίνθου ιδρύθηκε από την Αλκμήνη Πετροπούλου – Γαρταγάνη και άνοιξε για πρώτη φορά τις πόρτες του στο κοινό το 1988. Από τότε συγκεντρώνει και διαφυλάσσει τεκμήρια του νεότερου ελληνικού λαϊκού πολιτισμού.

Η νέα του εποχή είναι, επομένως, κάτι περισσότερο από την επιστροφή ενός κτηρίου σε λειτουργία. Είναι η ευκαιρία να ξανασυναντηθεί η Κόρινθος με τη δική της ιστορία, αλλά και με ιστορίες ανθρώπων από κάθε γωνιά του ελληνισμού.

Και πίσω από αυτή την προσπάθεια βρίσκεται η δουλειά πολλών ανθρώπων, με τη Μαρία Μέξια να έχει αναλάβει ένα μεγάλο μέρος της ευθύνης της διαδρομής προς την επαναλειτουργία.

Γιατί μια παλιά φορεσιά, ένα κέντημα, ένα εργαλείο ή ένα αντικείμενο από ένα σπίτι του περασμένου αιώνα μπορεί να μοιάζει σήμερα μακρινό. Όταν όμως το κοιτάξεις προσεκτικά, αρχίζει να σου μιλά για ανθρώπους που έζησαν, εργάστηκαν, δημιούργησαν και άφησαν πίσω τους κάτι από τον κόσμο τους.

Αυτό είναι τελικά το ταξίδι που προσκαλεί τον επισκέπτη να κάνει το ανανεωμένο Λαογραφικό Μουσείο Κορίνθου.

Tags :