Ο χρόνος είναι ο πιο πολύτιμος πόρος του ανθρώπου και παίζει καταλυτικό ρόλο σε όλους τους τομείς της ζωής του και την εξέλιξή τους. Κάθε δευτερόλεπτο, λεπτό, ώρα… που χάνεται στην καθημερινότητά μας, δεν μπορεί να αναπληρωθεί και σε πολλές περιπτώσεις μπορεί ακόμα και να σώσει… ζωές!
Ίσως, αυτό να πιστεύει μία ομάδα Ολλανδών επιστημόνων που θέλοντας να βοηθήσει στον αγώνα δρόμου πρόληψης και αντιμετώπισης του κορονοϊού, που πλήττει τον πλανήτη απειλώντας τις ζωές δισεκατομμυρίων ανθρώπων επιστράτευσαν… μέλισσες ώστε με την βοήθειά τους, να μπορέσουν να μειώσουν τον χρόνο αναμονής για τα αποτελέσματα των τεστ κορονοϊού σε μόλις μερικά δευτερόλεπτα. Έτσι, κερδίζοντας χρόνο προλαμβάνεται και η εξάπλωση του ιού.
Πιο συγκεκριμένα, οι επιστήμονες στο εργαστήριο βιοκτηνιατρικής έρευνας στο Πανεπιστήμιο Wageningen εκπαίδευσαν μέλισσες που έχουν μια ασυνήθιστα οξεία αίσθηση όσφρησης, προκειμένου να αναγνωρίζουν δείγματα μολυσμένα με κορονοϊό μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.
Ο κορονοϊός, όπως και άλλοι ιοί, προκαλεί μεταβολικές αλλαγές στο σώμα με αποτέλεσμα αυτό να αναδύει συγκεκριμένη μυρωδιά. Αυτή την μυρωδιά μπορούν πολύ εύκολα να την αναγνωρίσουν τα έντομα, αν αναλογιστούμε ότι μπορούν να εντοπίσουν ένα λουλούδι που βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα μακριά… από το άρωμά του.
Πως εκπαιδεύτηκαν οι μέλισσες;
Περίπου 150 μέλισσες εκπαιδεύτηκαν ώστε να ανιχνεύουν δείγματα μολυσμένα με κορονοϊό, με την μέθοδο Pavlovian. Κάθε φορά που οι μέλισσες μύριζαν ένα μολυσμένο δείγμα, λάμβαναν ως ανταμοιβή ζαχαρόνερο με αποτέλεσμα να επεκτείνουν τις γλώσσες τους ώστε να συλλέξουν το διάλυμα ενώ αν μύριζαν ένα δείγμα που δεν ήταν μολυσμένο, δεν έπαιρναν ανταμοιβή.
Επαναλαμβάνοντας αυτή την μέθοδο αρκετές φορές, οι μέλισσες συσχέτισαν την ανταμοιβή ζαχαρόνερου με το ”μολυσμένο” άρωμα. Σύντομα, αρκετές από αυτές άρχισαν να απλώνουν τις γλώσσες τους μόνο για το άρωμα, χωρίς να προσφέρεται ανταμοιβή ως συνέχεια.
Τα δείγματα που χρησιμοποιήθηκαν στα πρώτα πειράματα συλλέχθηκαν από βιζόν που είχαν μολυνθεί με κορονοϊό. Στα πειράματα με τα δείγματα βιζόν, αρκετές μέλισσες μπόρεσαν να διακρίνουν τα μολυσμένα δείγματα από τα υγιή, με πολύ χαμηλό ποσοστό απόκλισης. Αργότερα παρόμοια μεγάλα αποτελέσματα, επιτεύχθηκαν και σε μεταγενέστερα πειράματα με ανθρώπινα δείγματα.
Σε αυτό το έργο, επιστήμονες από το Εργαστήριο Εντομολογίας του Πανεπιστημίου Wageningen και το Πανεπιστήμιο Paul Sabatier στην Τουλούζη (Γαλλία), υποστήριξαν το ξεκίνημα, με επιστημονικές συμβουλές.
Το επόμενο βήμα της έρευνας, είναι η επέκταση αυτής της προσέγγισης παγκοσμίως αφού τα συγκεκριμένα έντομα είναι προσβάσιμα σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Το μόνο που χρειάζονται οι άνθρωποι, είναι μια μηχανή για να εκπαιδεύσει τις μέλισσες. Το InsectSense, έχει ήδη αναπτύξει τα πρωτότυπα μιας μηχανής που μπορεί να εκπαιδεύσει αυτόματα πολλές μέλισσες ταυτόχρονα και έναν βιοαισθητήρα που αναπτύσσει τις εκπαιδευμένες μέλισσες για διάγνωση. Αυτή η τεχνολογία, « BeeSense» μπορεί να είναι ένα πολύ αποτελεσματικό διαγνωστικό σύστημα για χώρες χαμηλού εισοδήματος που αντιμετωπίζουν προκλήσεις όσον αφορά την πρόσβαση σε υποδομές και τεχνολογίες υψηλής τεχνολογίας.
Εκτός από αυτήν την τεχνολογία, το InsectSense συνεργάζεται επίσης με επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο Wageningen & Research σχετικά με την « Τεχνολογία LumiNose », ουσιαστικά πρόκειται για ένα βιοτσίπ που περιλαμβάνει τη χρήση γονιδίων εντόμων που μπορούν να εφαρμοστούν για την ακριβή ανίχνευση πτητικών ουσιών. Η τεχνολογία, ενσωματώνεται περαιτέρω με την τεχνολογία μηχανικής εκμάθησης για πτητικές αποτυπώσεις. Αυτή η τεχνολογία θα δοκιμαστεί γρήγορα και θα είναι μη επεμβατική, οικονομικά αποδοτική και εξαιρετικά ακριβής, και μπορεί ακόμη και να αναγνωρίσει τη σοβαρότητα μιας ασθένειας.
Σίγουρα, η τεχνική αυτή ανίχνευσης του ιού δεν πρόκειται να αντικαταστήσει τα κλασσικά τεστ κορονοϊού… ίσως όμως να βοηθήσει την ανθρωπότητα στον πιο δύσκολο αγώνα επιβίωσης… των τελευταίων χρόνων!
Πηγή: wur.nl




