Ένας σιωπηλός δολοφόνος, ένα αφροδίσιο νόσημα των ανθρώπων μολύνει τα κοάλα της Αυστραλίας με κίνδυνο να εξαφανίσει το εμβληματικό μαρσιποφόρο σε μεγάλες περιοχές της χώρας.

Ο δολοφόνος είναι τα χλαμύδια, ένας σεξουαλικά μεταδιδόμενος ιός που μολύνει περισσότερους από 100 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως ετησίως και μπορεί να προκαλέσει στειρότητα εάν αφεθεί χωρίς θεραπεία. Για τα κοάλα, τα μη ελεγχόμενα χλαμύδια μπορούν να προκαλέσουν τύφλωση, στειρότητα ακόμα και θάνατο. Ακόμη χειρότερα, τα αντιβιοτικά που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της νόσου μπορούν να καταστρέψουν την ευαίσθητη χλωρίδα του εντέρου που χρειάζονται τα κοάλα για να καταναλώνουν τη βασική διατροφή τους με φύλλα ευκαλύπτου, οδηγώντας μερικά από αυτά να πεθάνουν από την πείνα ακόμη και αφού θεραπευθούν.

Επίσης, η νόσος εξαπλώνεται πολύ γρήγορα και σε συνδυασμό με την κλιματική αλλαγή κάνει τα πράγματα πιο δύσκολα για το γκρίζο, χνουδωτό μαρσιποφόρο που αντιμετωπίζει μια σειρά από απειλές για την επιβίωσή του, όπως επίθεση από άγρια ​​σκυλιά και χτυπήματα από αυτοκίνητα. Οι πιο σοβαρές απώλειες όμως για αυτά, καταγράφηκαν κατά τις καταστροφικές πυρκαγιές του 2019 αφού περισσότερα από 60.000 κοάλα είτε πέθαναν, είτε έχασαν το περιβάλλον τους, είτε υπέστησαν τραυματισμό, τραύμα, εισπνοή καπνού και θερμικό στρες από τις φλόγες. Για όλους αυτούς τους λόγους, τα συγκεκριμένα ζώα καταγράφονται ως «ευάλωτα» στην Κόκκινη Λίστα της Διεθνούς Ένωσης για τη Διατήρηση της Φύσης (IUCN). Η IUCN λέει ότι υπάρχουν μεταξύ 100.000 και μισό εκατομμύριο κοάλα στη φύση, αλλά το Αυστραλιανό Ίδρυμα Κοάλα λέει ότι ο αριθμός πλησιάζει τις 58.000.

Σε ότι αφορά τη νόσο χλαμυδίων, το 2008 υπήρχε πολύ χαμηλός επιπολασμός χλαμυδίων, περίπου 10% στον πληθυσμό κοάλα στο Gunnedah, μια αγροτική πόλη στη βορειοανατολική Νέα Νότια Ουαλία, σύμφωνα με τον Mark Krockenberger, καθηγητή κτηνιατρικής παθολογίας στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ. Μέχρι το 2015, το ποσοστό αυτό είχε ανέλθει στο 60% ενώ τώρα, περίπου το 85% αυτού του πληθυσμού έχει μολυνθεί από τον ιό.

Που σημαίνει ότι αυτός δεν είναι πλέον βιώσιμος πληθυσμός, λόγω υπογονιμότητας. Σχεδόν κάθε θηλυκό που έχει μολυνθεί από χλαμύδια γίνεται στείρο μέσα σε ένα χρόνο, ίσως δύο χρόνια το πολύ και ακόμα κι αν επιβιώσει, δεν αναπαράγεται.

Πώς εξαπλώνεται τα χλαμύδια;

Όταν αντιμετωπίζουμε τις απειλές για τον βιότοπο και την παροχή τροφής του κοάλα, τα χλαμύδια μπορεί να φαίνονται σαν ένα δευτερεύον ζήτημα. Αλλά με τους αριθμούς να μειώνονται, οι ειδικοί πιστεύουν ότι η αναπαραγωγή δεν ήταν ποτέ πιο σημαντική. Υπάρχουν δύο ποικιλίες χλαμυδίων στα αυστραλιανά κοάλα, ένα από τα οποία, το chlamydia pecorum είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου υπεύθυνο για τις πιο σοβαρές περιπτώσεις της νόσου στον πληθυσμό.

Μια εργασία που δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2020 στο FEMS Microbiology Reviews ανέφερε ότι το πιο επικίνδυνο στέλεχος των χλαμυδίων μπορεί να προέρχεται από κατοικίδια ζώα που έφεραν στην Αυστραλία Ευρωπαίοι αποικιστές τον 19ο αιώνα.

Η ασθένεια εξαπλώνεται στους πληθυσμούς των κοάλα μέσω της αναπαραγωγής και της κοινωνικής συμπεριφοράς που συνδέεται με το ζευγάρωμα, ενώ και τα  μωρά κοάλα μπορούν να κολλήσουν την ασθένεια από τις μητέρες τους.

Σύμφωνα με το Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ, τα ποσοστά μόλυνσης σε ορισμένους πληθυσμούς κοάλα της ηπειρωτικής χώρας στο Κουίνσλαντ, τη Νέα Νότια Ουαλία και τη Βικτώρια μπορεί να φθάσουν το 100%, καθιστώντας τα εντελώς στείρα.

Υπογραμμίζοντας τη θανατηφόρα δυνατότητα του ιού, μια μελέτη στο Journal of Applied Ecology τον Μάρτιο του 2018 διαπίστωσε ότι από τα 291 κοάλα που εξετάστηκαν σε διάστημα τεσσάρων ετών, το 18% είχε πεθάνει από χλαμύδια ή σχετικές επιπλοκές.

Δοκιμές εμβολίου για χλαμύδια στα κοάλα

Ένα εμβόλιο για τα χλαμύδια, που αναπτύχθηκε από τον ερευνητή Timms την τελευταία δεκαετία, δοκιμάζεται στον πληθυσμό των κοάλα της χώρας ως ένας τρόπος για την προστασία των ζώων από σοβαρές λοιμώξεις. Οι δοκιμές ελέγχου συνεχίζονται για να δοκιμαστεί η αποτελεσματικότητα του εμβολίου σε μικρές ομάδες, συχνά περίπου 20 ή 30 τη φορά. Μέχρι τώρα, έχουν εμβολιαστεί 400.

Μερικά κοάλα, εμβολιάζονται όταν μεταφέρονται σε κτηνιατρικά νοσοκομεία με προβλήματα εκτός από χλαμύδια, ενώ σε άλλα χορηγείται το εμβόλιο ως μέρος των προσπαθειών διατήρησης που συνυπάρχουν.

Γνωρίζουμε ότι το εμβόλιο μπορεί να μειώσει το ποσοστό μόλυνσης, δήλωσε ο ερευνητής και πρόσθεσε ότι δεν το μειώνει στο μηδέν καθώς δεν υπάρχουν εμβόλια που να το κάνουν αυτό, αλλά μειώνει πολύ το φορτίο μόλυνσης.

Επίσης, ακόμα και αν η διαδικασία μειώσει το ποσοστό μόλυνσης, είναι δύσκολο να παρακολουθηθεί η εξάπλωση των χλαμυδίων σε έναν άγριο πληθυσμό.

Ο Krockenberger του Πανεπιστημίου του Σίδνεϊ, ο οποίος συμμετέχει σε μια ξεχωριστή δοκιμή εμβολίου, είπε ότι ο σκοπός του φαρμάκου δεν είναι να αναστρέψει την πρόοδο της νόσου σε μεμονωμένα κοάλα. Υπάρχει όμως η ελπίδα ότι με τη μείωση των επιπέδων μολυσματικότητας  με χλαμύδια, οι ερευνητές θα μπορέσουν να αποτρέψουν την εξάπλωση του ιού σε νέους ξενιστές και έτσι να διατηρήσουν έναν πληθυσμό αναπαραγωγής.

Μόλις το εμβόλιο αποδειχθεί ασφαλές και αποτελεσματικό, θα διαδοθεί σε νοσοκομεία άγριας ζωής σε όλη την Αυστραλία για να εμβολιάσουν τυχόν κοάλα που περνούν από τις πόρτες τους ώστε να σωθεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού.

Ένα κοάλα εμβολιάζεται κατά των χλαμυδίων στο Australia Zoo Wildlife Hospital στο Κουίνσλαντ της Αυστραλίας.

Πηγή: cnn.com