Το «λευκό χρυσάφι» της ελληνικής τυροκομίας βρίσκεται μπροστά σε νέα ανατίμηση – Γιατί η ευλογιά των αιγοπροβάτων χτυπά την πρώτη ύλη και γιατί οι εξαγωγές κάνουν ακόμη μεγαλύτερη την πίεση
Από το τραπέζι των Ελλήνων μέχρι τα ράφια των σούπερ μάρκετ σε Γερμανία, Ιταλία, Βρετανία, Γαλλία και ΗΠΑ, η φέτα έχει γίνει ένα από τα σημαντικότερα ελληνικά προϊόντα των διεθνών αγορών. Τώρα, όμως, η μεγάλη ζήτηση συναντά ένα σοβαρό πρόβλημα στην άλλη πλευρά της παραγωγής, καθώς το γάλα που χρειάζεται για να παραχθεί η φέτα δεν επαρκεί με τους ίδιους ρυθμούς.
Ο πρόεδρος της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Φέτας, Μιχάλης Σαράντης, μιλώντας στο ετήσιο συνέδριο του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων, προειδοποίησε ότι η κατάσταση στην αγορά είναι ιδιαίτερα πιεσμένη και άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο η τιμή της φέτας να φτάσει τα 15-16 ευρώ το κιλό, από περίπου 12-13 ευρώ σήμερα.
Το πρόβλημα ξεκινά από το κοπάδι
Η μείωση του ζωικού κεφαλαίου σημαίνει λιγότερο πρόβειο γάλα και συνεπώς μικρότερη διαθέσιμη πρώτη ύλη για τις τυροκομικές επιχειρήσεις.
Η ευλογιά των αιγοπροβάτων έχει προκαλέσει σημαντικές απώλειες. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΥΠΑΑΤ, μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 2026 είχαν καταγραφεί 2.113 επιβεβαιωμένα κρούσματα σε 2.620 εκτροφές, ενώ οι θανατώσεις αιγοπροβάτων λόγω της νόσου είχαν φτάσει τις 481.359.
Η Πολιτεία συνέχισε και μέσα στο 2026 τα μέτρα αντιμετώπισης της νόσου, μεταξύ άλλων με ενίσχυση της κτηνιατρικής επιτήρησης και μέτρα βιοασφάλειας.
Την ίδια στιγμή, η πανώλη των μικρών μηρυκαστικών έχει πλέον διαφορετική εικόνα αφού, η Ελλάδα ανέκτησε από τις 18 Αυγούστου 2026 το επίσημο καθεστώς χώρας απαλλαγμένης από τη νόσο, μετά την αναγνώριση της εκρίζωσής της από τον Παγκόσμιο Οργανισμό για την Υγεία των Ζώων.
Και η ζήτηση για φέτα δεν σταματά
Εδώ βρίσκεται το δεύτερο μεγάλο κομμάτι του προβλήματος.
Η φέτα έχει εξελιχθεί σε τεράστιο εξαγωγικό προϊόν. Τα διαθέσιμα στοιχεία για το 2025 δείχνουν παραγωγή περίπου 152.700 τόνων, ενώ περίπου 105.000 τόνοι, δηλαδή το 69% της παραγωγής, κατευθύνθηκαν στις αγορές του εξωτερικού.
Η αξία των εξαγωγών έφτασε περίπου τα 835 εκατ. ευρώ, με τη φέτα να αντιστοιχεί περίπου στο 9% της συνολικής αξίας των ελληνικών εξαγωγών τροφίμων.
Οι σημαντικότερες αγορές είναι η Γερμανία, η Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και οι ΗΠΑ, οι οποίες απορροφούν συνολικά περίπου το 70% των εξαγωγών φέτας.
«Δεν περισσεύει» η φέτα και αυτό αλλάζει την αγορά
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που μεταφέρθηκαν στο συνέδριο του ΠΣΕ, η μείωση της διαθέσιμης ποσότητας πρόβειου γάλακτος υπολογίζεται σε περίπου 80.000 τόνους, δημιουργώντας σημαντικό κενό στην παραγωγή φέτας.
Ο Μιχάλης Σαράντης εκτίμησε ότι θα χρειαστούν τουλάχιστον δύο χρόνια ώστε η παραγωγή πρόβειου γάλακτος να επιστρέψει στα επίπεδα πριν από την κρίση της ευλογιάς, εφόσον βέβαια αποκατασταθεί σταδιακά το ζωικό κεφάλαιο.
Αυτό σημαίνει ότι η πίεση στην αγορά δεν είναι απαραίτητα ένα πρόβλημα που τελειώνει μέσα σε λίγους μήνες.
Τι θα γίνει με την τιμή στο ράφι;
Η εκτίμηση που διατυπώθηκε είναι ότι η φέτα μπορεί να κινηθεί στα 15-16 ευρώ το κιλό, από τα περίπου 12-13 ευρώ που αναφέρονται σήμερα. Πρόκειται για εκτίμηση του προέδρου της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Φέτας και όχι για δεδομένη μελλοντική τιμή.
Παράλληλα, οι αυξήσεις στην τιμή της φέτας ενδέχεται να ενισχύσουν τον ανταγωνισμό από τα λεγόμενα «λευκά τυριά», τα οποία δεν είναι φέτα ΠΟΠ.
Και εδώ υπάρχει μια πολύ σημαντική διαφορά που ο καταναλωτής πρέπει να γνωρίζει.
Φέτα δεν σημαίνει απλώς «λευκό τυρί»
Η φέτα είναι προϊόν Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ). Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει ότι παρασκευάζεται από γάλα αυτόχθονων φυλών αιγοπροβάτων, με συγκεκριμένες προδιαγραφές παραγωγής και ωρίμανσης. Το γάλα μπορεί να είναι παστεριωμένο ή μη παστεριωμένο, αλλά δεν επιτρέπεται η προσθήκη χρωστικών, συντηρητικών, συμπυκνωμένου ή γάλακτος σε σκόνη.
Η ωρίμανση γίνεται σε δύο στάδια και συνολικά απαιτείται τουλάχιστον δύο μήνες, προκειμένου το τυρί να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά της φέτας.
Γι’ αυτό και το «λευκό τυρί» δεν μπορεί να χρησιμοποιεί την ονομασία φέτα όταν δεν πληροί τις προδιαγραφές του ΠΟΠ.
Η Ελλάδα έχει πολλά να χάσει αν λείψει η πρώτη ύλη
Τα μεγέθη δείχνουν γιατί το θέμα δεν αφορά μόνο την τιμή που θα πληρώσει ο καταναλωτής.
Η φέτα απορροφά τεράστιες ποσότητες ελληνικού αιγοπρόβειου γάλακτος. Για την παραγωγή του 2025 χρησιμοποιήθηκε περίπου το 75% του πρόβειου και το 41% του γίδινου γάλακτος που παρήχθη στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία. Άρα η υπόθεση αφορά ταυτόχρονα κτηνοτρόφους, τυροκομεία, εξαγωγείς, σούπερ μάρκετ και τελικά τον καταναλωτή.
Και το μεγάλο ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πόσο θα κοστίζει η φέτα. Είναι αν θα υπάρχει αρκετό ελληνικό γάλα για να συνεχίσει η παραγωγή στους ίδιους ρυθμούς, την ώρα που η διεθνής αγορά εξακολουθεί να ζητά το ελληνικό




