Στην Κόρινθο, τα εσωτερικά ρήγματα του Δημαρχείου δεν μένουν πια πίσω από κλειστές πόρτες αλλά ξεσπούν δημόσια και επιχειρούν να κλείσουν… διαδικτυακά. Οι προσωπικές διαφορές και οι πολιτικές τριβές φέρνουν στο φως ζητήματα που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι δομές της τοπικής διοίκησης.

Η παραίτηση της Προέδρου του Σωματείου Εργαζομένων, κ. Μελέτη συνοδευόμενη από αιχμηρές καταγγελίες και η καυστική απάντηση του Δημάρχου Σταυρέλη αποτελούν το τελευταίο επεισόδιο μιας διαμάχης ανάμεσα σε δύο φωνές. Μιας εργαζόμενης που αισθάνεται πως την εξουδετέρωσαν και ενός Δημάρχου που δείχνει να θεωρεί την αποχώρηση ατομική απόφαση χωρίς ουσιαστικό πολιτικό αντίκτυπο.

Στον Δήμο Κορινθίων, φαίνεται ότι οι σχέσεις διοίκησης – εργαζομένων μοιάζουν με με σιωπηλή ζώνη συγκρούσεων και αυτό το επεισόδιο είναι η πιο πρόσφατη αλλά όχι η τελευταία πράξη σε ένα έργο με πολλούς ρόλους, πολλές εντάσεις και ελάχιστες γέφυρες.

Η καταγγελία Μελέτη

Η αποχώρηση της Κωνσταντίνας Μελέτη από τη θέση της Προέδρου του Σωματείου Εργαζομένων του Δήμου Κορινθίων δεν ήταν σιωπηλή αλλά δημόσια, ηχηρή και κατηγορηματική αφού με επιστολή προς τους συναδέλφους της, άφησε πίσω της καταγγελίες για αυταρχισμό, στοχοποίηση και θεσμική υπονόμευση. Μίλησε για μια δημοτική αρχή που «πορεύεται με εκφοβισμό και πολιτική εκδικητικότητα» και για έναν Δήμο όπου, όπως είπε όποιος σηκώνει κεφάλι… απλά του το κόβει. Έκανε λόγο για ψυχική φθορά και «συνειδητή υπονόμευση όχι μόνο του προσώπου της αλλά και του Σωματείου. Κατήγγειλε ότι υπάλληλοι που εντάχθηκαν στον Μηχανισμό Κινητικότητας έλαβαν αντιπροσφορές για να παραμείνουν εκτός από εκείνη. Κι αυτό, όπως άφησε να εννοηθεί, επειδή κάποιοι θεώρησαν πως έπρεπε να «τιμωρηθεί» για τη συνδικαλιστική της δράση. Μάλιστα, δεν δίστασε να πει ότι οι εργαζόμενοι κρατούν τη διοίκηση όρθια, ενώ οι αιρετοί θα έπρεπε «να κάτσουν σπίτι τους για μια εβδομάδα» για να δουν την αλήθεια. Αποχωρώντας, κάλεσε τους συναδέλφους της να συνεχίσουν «να αντιστέκονται», υπενθυμίζοντας πως το Σωματείο δεν είναι διακοσμητικό, αλλά πυλώνας αξιοπρέπειας και διεκδίκησης.

Η απάντηση Σταυρέλη

Η απάντηση του Δημάρχου, Νίκου Σταυρέλη, ήρθε… ρητορικά και ηλεκτρονικά. Με μακροσκελή ανάρτηση στο Facebook, δανεισμένη από τον Λυσία και τον λόγο «Υπέρ του Αδυνάτου» προσπάθησε να αντικρούσει τις κατηγορίες, δίχως να κρύψει την ενόχλησή του. Χαρακτήρισε την επιστολή «ασαφή», με λέξεις «ατάκτως ερριμένες», αρνούμενος κάθε πράξη στοχοποίησης ή αυταρχισμού. Υποστήριξε πως η μετακίνηση της Μελέτη από το Ταμείο έγινε κατόπιν δικού της αιτήματος, λόγω προβλημάτων συνεργασίας και ότι δεν έκανε αντιπρόταση παραμονής γιατί δεν γνώριζε ότι ήθελε να μείνει, προσθέτοντας μάλιστα πως της ζήτησε να το ξανασκεφτεί, έστω και την τελευταία στιγμή. Παρά τις αιχμές, η ανάρτηση καταλήγει με «σεβασμό και ευχαριστίες», σε ένα τελικό υστερόγραφο συμφιλίωσης που λίγο μετριάζει την ένταση, αλλά δεν διαγράφει τη σύγκρουση.

Διαβάστε αναλυτικά την απάντηση, του Δημάρχου:

”Τις τελευταίες ώρες κυκλοφορεί στο διαδίκτυο μία επιστολή της κυρίας Κωνσταντίνας Μελέτη προς τους εργαζόμενους του Δήμου Κορινθίων, με την οποία τους γνωστοποιεί την πρόθεσή της να μετακινηθεί σε άλλο δημόσιο φορέα, στο πλαίσιο της κινητικότητας, και προφανώς να παραιτηθεί από την θέση της προέδρου του Σωματείου Εργαζομένων.

Διάβασα με μεγάλη προσοχή την επιστολή! Και θυμήθηκα τον Λυσία και τον «Υπέρ του Αδυνάτου» λόγο του, που διδαχτήκαμε στο σχολείο, και ο οποίος ξεκινά λέγοντας -πάνω κάτω- πως χρωστά χάρη στον κατήγορό του, γιατί με την ευκαιρία των κατηγοριών τού δίνει την δυνατότητα να απαντήσει και να διατυπώσει κι αυτός την άποψή του. Έτσι κι εγώ παίρνω την επιστολή αυτή, ως μία ευκαιρία να διατυπώσω την άποψή μου για το περιεχόμενό της, τα όσα συμβαίνουν στον Δήμο μας, ή για να είμαι πιο ακριβής στο Δημαρχείο μας, αλλά και για μια γενικότερη θεώρηση για τον ρόλο των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα. Με ειλικρίνεια, και σεβασμό προς όλους τους δημότες, αλλά κυρίως προς όλους όσους καθημερινά εργάζονται στον Δήμο μας, για την εύρυθμη λειτουργία του.
Στην επιστολή της, η κυρία Μελέτη με κατηγορεί για αυταρχισμό, εκφοβισμό και πολιτική εκδικητικότητας, για στοχοποίηση σε προσωπικό επίπεδο και για διάφορα άλλα πράγματα, τα οποία ειλικρινά δεν καταλαβαίνω. Γιατί είναι λέξεις «ατάκτως ερριμένες», καθώς δεν συνοδεύονται από τίποτα συγκεκριμένο.
Πότε συμπεριφέρθηκα με αυταρχισμό στην κυρία Μελέτη ή σε κάποιον άλλον εργαζόμενο; Ποια είναι η πολιτική εκδικητικότητας; Τι ακριβώς έκανα και την στοχοποίησα και σε ποιους; Ποιου το κεφάλι έκοψα, ποιον απομόνωσα; Γιατί δεν μιλά συγκεκριμένα –αν και θεωρεί ότι μιλά, με περισσή αλαζονεία εκ μέρους όλων (!) των υπαλλήλων;
Είναι αυταρχισμός ο έλεγχος που είναι υποχρεωμένος να κάνει κάθε προϊστάμενος, αν κάνει κάποιος εργαζόμενος σωστά την δουλειά του; Είναι πολιτική εκδικητικότητας η αξιολογική κρίση για τις ικανότητες ενός εργαζόμενου προκειμένου να ανελιχθεί; Ή μήπως, τελικά, η επιστολή αυτή είναι μία αντίστροφη πράξη εκδικητικότητας, από την κυρία Μελέτη προς εμένα, όπως σαφώς υπαινίσσεται η ίδια σε κάποιο σημείο της;
Ίσως η κυρία Μελέτη ξεχνά πως για κάθε εργαζόμενο στον δημόσιο τομέα η εξυπηρέτηση του πολίτη είναι το πιο βασικό. Αλλά δεν είναι ΜΟΝΟ αυτό. Κάθε δημόσιος υπάλληλος κρατά στα χέρια του ένα μικρό κομμάτι από την πρόοδο της πόλης, της κοινωνίας, του κράτους. Όταν καθυστερεί ένας φάκελος, όταν μια υπογραφή πάει από γραφείο σε γραφείο χωρίς λόγο, όταν χαθεί μια προθεσμία ή γίνει ένα λάθος, μπορεί να σταματήσει ένα έργο. Ένα σχολείο να μη φτιαχτεί στην ώρα του. Μια πλατεία να μη γίνει. Μια χρηματοδότηση να χαθεί. Και όλα αυτά δεν είναι «χαρτιά», είναι ανάγκες ανθρώπων. Είναι η καθημερινότητα των πολιτών.
Οπότε η ευθύνη του καθενός μας, είτε είναι δήμαρχος, είτε διευθυντής, είτε υπάλληλος σε ένα γραφείο, είναι να κάνει τη δουλειά του καλά. Γιατί, πολύ απλά, από αυτό εξαρτάται αν ο Δήμος μας θα πάει μπροστά ή θα μείνει πίσω.
Η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων μας είναι υπεύθυνοι και κάνουν καλά την δουλειά τους, ίσως και με περισσότερη ευσυνειδησία από αυτήν που τους αντιγυρίζει η πολιτεία με τους μισθούς που τους δίνει. Έχω πει πολλές φορές πόσο ευγνώμων είμαι για την δουλειά που κάνουν, σε σημείο που έχω λοιδορηθεί κιόλας, κατά τις εβδομαδιαίες αναρτήσεις μου.
Έχω υπάρξει εργαζόμενος, έχω υπάρξει και συνδικαλιστής. Ξέρω καλά τι σημαίνει να νιώθεις πίεση και τι σημαίνει να ζητάς σεβασμό. Δεν υπήρξα ποτέ εχθρός των εργαζομένων. Ίσα – ίσα, πάντα στάθηκα δίπλα τους, με πράξεις και όχι μόνο με λόγια.
Ωστόσο, ο ρόλος μου ως Δήμαρχος συνεπάγεται ευθύνη. Οφείλω να διοικώ και να λαμβάνω αποφάσεις – ακόμη κι όταν αυτές δεν είναι δημοφιλείς. Έχω την ευθύνη να διασφαλίζω την αποτελεσματικότητα, τη διαφάνεια και τη δικαιοσύνη στον Δήμο μας. Ο καθένας μας πρέπει να κάνει τη δουλειά του με συνέπεια, επαγγελματισμό και σεβασμό προς τον θεσμικό του ρόλο.
Η συνεργασία δεν χτίζεται με καχυποψία ούτε με συγκρούσεις, αλλά με διάλογο. Η δική μου πόρτα ήταν και παραμένει ανοιχτή. Είμαι εδώ, όχι απέναντί σας αλλά δίπλα σας.
Μαζί μπορούμε να κάνουμε τον Δήμο μας καλύτερο. Μαζί, αλλά με ξεκάθαρους ρόλους, ευθύνες και – πάνω απ’ όλα με αμοιβαία εμπιστοσύνη.
Τέλος να αναγκάζομαι να αναφέρω για την κα Μελέτη.
Για ποιά στοχοποίηση μιλά;
Μου ζήτησε να την μετακινήσω από την Υπηρεσία Ταμείου του Δήμου λόγω προβλημάτων συνεργασίας με το υπόλοιπο προσωπικό και το έκανα πράξη. Ότι μου ζήτησε το έκανα αποδεκτό.
Με κατηγορεί ότι δεν της έκανα αντιπρόταση, όπως τάχα έκανα με άλλους υπαλλήλους, για να μείνει στο Δήμο. Δεν γνώριζα ότι θέλει να μείνει. Έστω και τη τελευταία ημέρα της είπα να μείνει. Μην με κατηγορεί άδικα.
Κλείνοντας να αναφέρω ότι την σέβομαι, την εκτιμώ και της εύχομαι καλή συνέχεια στη νέα Υπηρεσία της, ευχαριστώντας την για ότι προσέφερε στο Δήμο μας.”
Tags :