Οι αριθμοί της Eurostat δεν περιγράφουν απλώς μια δύσκολη οικονομική κατάσταση. Περιγράφουν την καθημερινότητα ενός τεράστιου κομματιού της ελληνικής κοινωνίας. Λεφτά που τελειώνουν πριν τελειώσει ο μήνας, σπίτια που δεν ζεσταίνονται όπως πρέπει και εισόδημα που παραμένει χαμηλότερα από εκεί που βρισκόταν πριν από 15 χρόνια.
Και αυτή τη φορά οι αριθμοί είναι τέτοιοι που δύσκολα «μακιγιάρονται»…
Το 67,2% των Ελλήνων δηλώνει ότι θεωρεί τον εαυτό του φτωχό, σύμφωνα με τα στοιχεία για το 2025. Αυτό σημαίνει ότι σχεδόν 7 στους 10 ανθρώπους στην Ελλάδα αισθάνονται ότι δεν έχουν οικονομική άνεση για μια αξιοπρεπή ζωή. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ βρίσκεται στο 17,6%.
Και αν αυτό από μόνο του σοκάρει, υπάρχει και το επόμενο στοιχείο.
87,1% δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα
Το 87,1% του πληθυσμού στην Ελλάδα δήλωσε το 2025 ότι αντιμετωπίζει τουλάχιστον κάποια δυσκολία για να καλύψει τα συνηθισμένα έξοδα του νοικοκυριού. Το ποσοστό αυτό είναι το υψηλότερο στην ΕΕ. Ακολουθεί η Βουλγαρία με 76,9%, ενώ ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι 42,5%.
Δεν μιλάμε δηλαδή μόνο για ανθρώπους που βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας. Μιλάμε και για ανθρώπους που δουλεύουν, πληρώνουν λογαριασμούς, ψωνίζουν από το σούπερ μάρκετ και προσπαθούν κάθε μήνα να κάνουν λογαριασμό με το πορτοφόλι τους.
Και κάπου εκεί βρίσκεται ίσως το πιο σκληρό κομμάτι της εικόνας.
Το σπίτι δεν ζεσταίνεται
Το 18,1% των ανθρώπων στην Ελλάδα δήλωσε ότι το 2025 δεν μπορούσε να διατηρήσει το σπίτι του επαρκώς ζεστό. Το ποσοστό είναι υπερδιπλάσιο από τον μέσο όρο της ΕΕ, που βρίσκεται στο 8,8%, και αποτελεί το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Και εδώ υπάρχει μια λεπτομέρεια που λέει πολλά. Δεν μιλάμε για μια χώρα της βόρειας Ευρώπης με ακραίους χειμώνες. Μιλάμε για την Ελλάδα. Κι όμως, σχεδόν 1 στους 5 δηλώνει ότι δεν μπορεί να κρατήσει το σπίτι του όσο ζεστό χρειάζεται.
Και το εισόδημα; Ακόμη χαμηλότερα από το 2010
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο βαριά όταν κοιτάξει κανείς τι μπορούν πραγματικά να αγοράσουν τα εισοδήματα.
Το διάμεσο ετήσιο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα στην Ελλάδα το 2025 ανήλθε σε περίπου 13.612 μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS) ανά κάτοικο, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύονται για τις συνθήκες διαβίωσης. Η αγοραστική δύναμη αυτή παραμένει από τις χαμηλότερες στην ΕΕ.
Και το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο βρίσκεται στην εξέλιξη από το 2010.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η σχετική ανάλυση, το πραγματικό διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα στην Ελλάδα έχει μειωθεί κατά 22,3% από το 2010 έως το 2025, την ώρα που στην ΕΕ αυξήθηκε κατά 25,4%.
Δηλαδή, ενώ στην Ευρώπη η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών ενισχύθηκε, στην Ελλάδα η εικόνα κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Η στέγη τρώει τεράστιο κομμάτι του εισοδήματος
Και δεν είναι μόνο το σούπερ μάρκετ, το ρεύμα και η θέρμανση. Το κόστος της κατοικίας πιέζει επίσης ασφυκτικά πολλά νοικοκυριά. Το 26,4% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζει σε νοικοκυριά όπου το κόστος στέγασης φτάνει ή ξεπερνά το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος, σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία που παρουσιάζονται για το 2025.
Όταν ένα τόσο μεγάλο κομμάτι του μισθού ή της σύνταξης φεύγει μόνο για να υπάρχει ένα σπίτι, μένουν πολύ λιγότερα για όλα τα υπόλοιπα.
- Φαγητό
- Θέρμανση
- Ρεύμα
- Φάρμακα
- Βενζίνη
- Ρούχα
- Έκτακτα έξοδα.
Και φυσικά… λίγη ζωή…
Λιγότερη ενεργειακή αναβάθμιση, περισσότερη ανάγκη για θέρμανση
Στο μεταξύ, η Ελλάδα βρίσκεται χαμηλά και στις ενεργειακές παρεμβάσεις στις κατοικίες. Το ποσοστό του πληθυσμού που διαμένει σε κατοικίες όπου έγιναν παρεμβάσεις ενεργειακής απόδοσης την τελευταία πενταετία είναι περίπου 9,6%, έναντι 23,8% στην ΕΕ.
Και αυτό έχει πρακτική σημασία.
Ένα παλιό και ενεργοβόρο σπίτι χρειάζεται περισσότερη ενέργεια για να ζεσταθεί. Αν ταυτόχρονα το εισόδημα δεν φτάνει, ο κάτοικος βρίσκεται μπροστά σε ένα πολύ απλό δίλημμα ή θα πληρώσει τον λογαριασμό ή θα χαμηλώσει τη θέρμανση.
Δεν είναι μόνο ένας αριθμός… Είναι καθημερινότητα
Οι αριθμοί της Eurostat έχουν και μια δεύτερη ανάγνωση που δεν φαίνεται αμέσως στους πίνακες. Όταν κάποιος δεν ξέρει αν θα του φτάσουν τα χρήματα μέχρι το τέλος του μήνα, η οικονομική πίεση δεν μένει μόνο στο πορτοφόλι.
Μελέτες για τη χρηματοοικονομική πίεση έχουν συνδέσει τη συνεχή οικονομική ανασφάλεια με περισσότερο στρες, χαμηλότερη αίσθηση ελέγχου, προβλήματα ύπνου και επιβάρυνση της ψυχολογικής ευεξίας. Παράλληλα, η οικονομική πίεση μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι παίρνουν αποφάσεις, καθώς μεγάλο μέρος της σκέψης τους καταναλώνεται στην αντιμετώπιση άμεσων οικονομικών προβλημάτων.
Στην πράξη, αυτό μπορεί να σημαίνει έναν άνθρωπο πιο αγχωμένο, πιο ευερέθιστο, περισσότερο εγκλωβισμένο στο «πώς θα βγει ο μήνας», με λιγότερο χώρο για προγραμματισμό και για αποφάσεις που αφορούν το μέλλον. Δεν σημαίνει ότι όλοι οι Έλληνες αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο, αλλά η παρατεταμένη οικονομική πίεση είναι ένας παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει τόσο την ψυχολογία όσο και την καθημερινή συμπεριφορά.
Μια Ελλάδα που μετράει τα πάντα
Και ίσως αυτό είναι το πιο δυνατό μήνυμα των αριθμών. Δεν χρειάζεται κάποιος να βρίσκεται στον δρόμο για να αισθάνεται φτωχός. Μπορεί να έχει σπίτι. Μπορεί να έχει δουλειά. Μπορεί να πληρώνει τους λογαριασμούς του. Και παρ’ όλα αυτά να μετράει μέχρι το τελευταίο ευρώ για να φτάσει ως το τέλος του μήνα.
Το 67,2% δηλώνει ότι θεωρεί τον εαυτό του φτωχό.
Το 87,1% δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα.
Το 18,1% δεν μπορεί να κρατήσει το σπίτι του επαρκώς ζεστό.
Και το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα παραμένει χαμηλότερα από το 2010.
Αυτή δεν είναι απλώς μια σειρά από ποσοστά σε έναν ευρωπαϊκό πίνακα. Είναι η εικόνα μιας κοινωνίας που, για ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της, εξακολουθεί να κάνει λογαριασμό πριν ανοίξει το καλοριφέρ, πριν γεμίσει το καλάθι του σούπερ μάρκετ και πριν πληρώσει τον επόμενο λογαριασμό.




